Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Μια ακόμα μικρή ιστορία

Κατ' αρχάς καλή χρονιά! Μετά το χάσμα των πανελλαδικών έχω γίνει ακόμη πιο ολιγόγραφη από πριν και έχω λίγες τύψεις... Εν είδει απολογίας, μια ακόμη μικρή ιστορία μου από τον εβδομαδιαίο "διαγωνισμό" της εκπομπής "μουσικό ονειροδρόμιο" στο www.musicheaven.gr ( οι λέξεις σε bold ήταν οι δοθείσες).
Για να αισθάνομαι εντάξει με τη συνείδησή μου οφείλω να ομολογήσω ότι ως προς το θέμα του κειμένου επηρεάστηκα από ένα καλό βιβλίο, τη "Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων" του Jean-Michel Guenassia. Δεν έκλεψα τίποτα -μόνο το ανέκδοτο- απλά στο βιβλίο αυτό οφείλω την οικειότητά μου με τους Ρώσους πολιτικούς πρόσφυγες του '60.

Για πολλοστή φορά στην παρέα είχε πέσει επιδημία γέλιου. Ο Μίσα είχε πέσει πάνω στον Ιβάν που καθόταν δίπλα στον τοίχο και προσπαθούσε να πάρει ανάσα. Αυτά παθαίνει κανείς όταν πίνει βότκα στη Δύση ακούγοντας σοβιετικά ανέκδοτα χωρίς να φοβάται ότι θα τον συλλάβουν. "..πας 5 λεπτά πριν στη δουλειά - σε κατηγορούν για κατάσκοπο. Πας 5 λεπτά μετά και σε κατηγορούν για συνωμότη. Πας στην ώρα σου και σε κατηγορούν ότι αγόρασες ρολόι απ' τη Δύση!". Και δώστου χάχανα και δώστου "ζντρόβιε!" και άσπρο πάτο. Καθόμουν παράμερα -φοιτητής στην Σχολή Καλών Τεχνών τότε- και προσπαθούσα να αποδώσω με το πινέλο μου αυτή την ευθυμία που επικρατούσε στο μικρό, απόμερο καπηλειό. Ήταν αρκετά δύσκολο. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ψηλοί κι αδύνατοι σαν ακρίδες, με κάτι βαρύ αλλά κι ευγενικό στην έκφρασή τους. "Να χαρείς Ίγκορ Αλεξάντροβιτς πες μας άλλο ένα!"
Η ψυχοσύνθεση αυτή των Ρώσων μου φαίνεται αχρονολόγητη. Η συμπεριφορά των φίλων μου στις μεγάλες τους χαρές, στις λύπες και τους τσακωμούς τους ελάχιστα διέφεραν από τους χαρακτήρες των παραδοσιακών παραμυθιών όπως τα κατέγραψε ο Πούσκιν. Βέβαια εκείνοι δεν ήταν πρίγκιπες, ούτε μουζίκοι και την εποχή των παραμυθιών δεν υπήρχαν βέβαια προλετάριοι... Καλά, προλετάριοι, ό,τι κι αν έλεγε ο πατερούλης Στάλιν, δεν υπήρξαν ποτέ. Ήταν μουσικοί. Μετά από μακρόχρονη σκέψη κατάφεραν να αυτομολήσουν σε κάποια τουρνέ στην Ευρώπη, όπως έκανε ο Νουρέγιεφ. Ο Μίσα και ο Ιβάν έπαιζαν βιολί, ο Ίγκορ τύμπανα. Το γεγονός αυτό έκανε τον τελευταίο να αναστενάζει -ιδίως μετά το τρίτο ποτηράκι βότκα-. Βλέπεις, ο Μίσα και ο Ιβάν είχαν πάρει τα βιολιά τους μαζί, τους ανήκαν άλλωστε. Ο Ίγκορ όμως πώς να το σκάσει με τα τύμπανα; Του έμειναν οι μπαγκέτες, που τις πρόσεχε σαν φυλαχτό, μαζί με μερικές φωτογραφίες του χωριού του, των γονιών του κι ένα παράσημο από τον Β' Παγκόσμιο. Ο Μίσα είχε εκτός από φωτογραφίες και από μια μπούκλα της γυναίκας του και της κόρης του. Δεν θα έφευγε αν δεν τον είχαν προειδοποιήσει γνωστοί του υψηλά ιστάμενοι ότι βρισκόταν σε "μαύρη λίστα". "Αννούσκα, ψυχούλα μου δεν έπρεπε να φύγω..." μουρμούριζε σιγανά στα ρώσικα όταν είχε περάσει η ώρα. Γενικά όταν βρισκόμουν κι εγώ ανάμεσά τους μιλούσαν από ευγένεια γαλλικά, ομώς τα πιο πηγαία αισθήματα πώς να μην τα εκφράσεις τη μητρική σου; Πίστευαν -κι εγώ μαζί τους- πως δεν επρόκειτο να ξαναδούν την πατρίδα τους, τις οικογένειες, τους φίλους τους... "Εσύ που είσαι Έλληνας, έστω και μισός, μου έλεγαν, δεν μπορείς να πας και να ρωτήσεις το Μαντείο σας αν θα ξαναγίνει το Λένινγκραντ Πέτρογκραντ;" "Σας το ορκίζομαι Μίσα όταν θα τελειώσω τη Σχολή θα πάω έστω και για διακοπές και θα ρωτήσω στους Δελφούς". Με το που τέλειωσα τη Σχολή έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Επέστρεψα οριστικά στην Ελλάδα με τη Μεταπολίτευση και έπιασα αμέσως δουλειά στο Υπουργείο Πολιτισμού. Στην αρχή ανταλλάσσαμε μερικά γράμματα, πιο πολύ με τον Ίγκορ, μα έπειτα χαθήκαμε. Μεγάλωνα και οι υποθέσεις της ρουτίνας με απορροφούσαν όλο και περισσότερο... Τα χρόνια της Γαλλίας έγιναν ιστορία για τα παιδιά μου. Θυμόμουν ωστόσο πάντα τους "Ρώσους μου" με νοσταλγία και αγάπη. Με την είδηση της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης το '92, έστειλα αμέσως μια καρτ-ποστάλ στην παλιά διεύθυνση που είχα. "Μίσα, Ιβάν, Ίγκορ καλή επιστροφή! Γράψτε μου αν λάβετε την κάρτα". Δεν πήρα ποτέ απάντηση, νομίζω όμως ότι αναγνώρισα σε κάποια εφημερίδα, ανάμεσα σε άλλους παλιννοστούντες, τον Ίγκορ, με τα μεγάλα υγρά μάτια του και δυο μπακέτες τυμπάνων στο χέρι.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Ένεκεν της έλευσης του νέου χρόνου...

Τα τραγούδια που εκφράζουν ή σημάδεψαν κάθε μήνα του δικού μου 2013
-στο περίπου εννοείται γιατί η διάθεση αλλάζει κι από μέρα σε μέρα..-

Ιανουάριος
Εδώ τελειώνει η αναμονή [Λ.Γένεσις,Α.Πρόσωπα,Βαρόνος]

Φεβρουάριος
Είμαστε αλάνια - Τσιτσάνης

Μάρτιος
Μαρέα (ποίηση Νίκου Καββαδία)

Απρίλιος
Αρθούρε Ρεμπώ - Μ. Χατζιδάκις, Ν. Γκάτσος
 Harry Potter - Hedwig's Theme

Μάιος
Beethoven's 5th symphony

Ιούνιος
Sing, sing, sing - Benny Goodman
ΕΡΤ

Ioύλιος
Πάμε (Γκουαντανάμο) - Active Member

Αύγουστος
Ο μέρμηγκας - Μάνος Λοΐζος

Σεπτέμβριος
Στα λιμάνια
Ζόρια - Killah P
Γιάννης Αγγελάκας - Θεάτρο Βραχων

Οκτώβριος
Θα κάνω ντου βρε πονηρή - Τσιτσάνης
Το δίχτυ - Ξαρχάκος

Νοέμβριος
Τα παιδιά κάτω στον κάμπο - Μ. Χατζιδάκις
Άσε με να μπω - Κώστής Μαραβέγιας

Δεκέμβριος
Tritsch-Tratsch Polka - Johann Strauss
Καρυοθραύστης (Λυρική Σκηνή)

Στην αγορά του Αλ Χαλίλι - Αλκίνοος Ιωαννίδης
Οι θαλασσιές σου οι χάντρες - Μ. Πλέσσας

Something Stupid - Robbie Williams & Nicole Kidman 


ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

ΕΛΠΙΔΑ, ΑΓΑΠΗ
ΚΑΙ ΕΙΣ ΑΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ!!




Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Νυχτερινή ιστορία

 Μια και έχω καιρό να γράψω -ασυγχώρητο αφού κάθομαι ολημερίς μέχρι να ανοίξει το Πανεπιστήμιο- ανεβάζω κι εδώ μια μικρή ιστορία που ανέβασα στο φόρουμ της ραδιοφωνικής εκπομπής "μουσικό ονειροδρόμιο" (sillia On Air) του musicheaven.gr. Οι... διαγωνιζόμενοι έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τις μπολνταρισμένες λέξεις.
************************************************************************

...Ένας καρχαρίας την κυνηγούσε κι εκείνη προσπαθούσε να ξεφύγει, δεν κολυμπούσε, έτρεχε πάνω στη θάλασσα, έβλεπε την ακτή, έφτανε... Και πάνω που θα έκανε το τελευταίο άλμα... ξύπνησε. Ανασήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι και κοίταξε το ξυπνητήρι με τα φωτεινά ηλεκτρονικά νούμερα. Ήταν τρεις και μιση. Η Άννα σηκώθηκε να πιει νερό. Καθώς γέμιζε το ποτήρι έριξε μια ματιά στη σκοτεινή τραπεζαρία. Για μια στιγμή της φάνηκε πως είδε κάτι να κινείται, τρόμαξε μα ήταν μόνο το είδωλό της στον απέναντι τετράγωνο καθρέφτη. Έκανε να γυρίσει προς το δωμάτιό της μα τότε συνέλαβε με την άκρη του ματιού της και κάποια άλλη κίνηση -ίσα που πρόλαβε να δει το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο τη στιγμή που έπεφτε από την άκρη του τραπεζιού στο πάτωμα και έσπαγε σε χιλιάδες γυαλάκια. Ο εκκωφαντικός θόρυβος της σταμάτησε την καρδιά και... άνοιξε τα μάτια. Το ρολόι έδειχνε τρεις και τριαντατρία πρώτα λεπτά. Κάτι γαργάλησε τα ακροδάκτυλα της Άννας κάτω από την κουβέρτα. "Πούπουλο;" αναρωτήθηκε. "Πού βρέθηκε πούπουλο εδώ μέσα;" Άναψε το πορτατίφ και στο απαλό κίτρινο φως του είδε πως όλο το κρεβάτι ήταν καλυμένο με πούπουλα, άσπρα και μαύρα. "Μάλιστα, αυτό κι αν είναι όνειρο" μουρμούρισε. "Άσπρα και μαύρα, λευκός και σκοτεινός κύκνος. Τι θέλεις να μου πεις Μορφέα;"
"Εγώ; Τίποτα!" ακούστηκε μια λεπτή και σοβαρή φωνή. Η κοπέλα αναπήδησε τρομαγμένη. Στα πόδια του κρεββατιού της καθόταν ένα παιδί με μαύρα σγουρά μαλλιά και πράσινα μάτια. Σηκώθηκε όρθιο κι άρχισε να τινάζει τα πούπουλα από πάνω του. Φορούσε σκούρο μπλέ πουλόβερ, τζιν παντελόνι και πεδιλάκια. Η Άννα αφού έμεινε να τον κοιτάζει για μερικά δευτερόλεπτα, είπε: "Πέδιλα μέσα στο καταχείμωνο; Θα ξυλιάσεις! Πώς σ' άφησε η μαμά σου να βγεις έτσι έξω;". Πριν προλάβει να κατσαδιάσει τον εαυτό της για την παράλογη παρατήρηση που έκανε -αλλά μήπως όλα παράλογα δεν ήταν;- ο κατά τα φαινόμενα Μορφέας κοίταξε τα πόδια του και αναστέναξε με σοβαρό ύφος. "Το ήξερα ότι κάτι δεν πάει καλά. Η μαμά μου, αν θες να ξέρεις, είναι η Συνείδηση και τον περισσότερο καιρό κοιμάται. Πού καιρός να με προσέξει!". "Η Συνείδηση, μάλιστα κατάλαβα.. έξυπνο, πολύ έξυπνο.. πώς σκέφτηκα εγώ τέτοιο πράγμα;" αναρωτήθηκε από μέσα της η Άννα, πεπεισμένη πως επρόκειτο για ένα ακόμα όνειρο.
"Λοιπόν, άντε τι κάθεσαι; Πρέπει να φύγουμε!" της είπε ο μικρός κοιτώντας την επιτιμητικά.
"Τι εννοείς να φύγουμε; Πού να πάμε;"
"Μα βόλτα φυσικά! Είδες δυο όνειρα το ένα μέσα στο άλλο, στο τρίτο το καλύτερο δικαιούσαι περιήγηση στους Αιθέρες των Ονείρων" εξήγησε ανυπόμονα ο Μορφέας.
"Θα βγούμε έξω δηλαδή; Πρέπει να ντυθώ, έχει ψόφο τέτοια ώρα!" διαμαρτυρήθηκε η Άννα.
"Μην ανησυχείς, δε θα κρυώνεις, θα μας ζεσταίνουν οι ανάσες των παιδιών που κοιμούνται". Ο Μορφέας πήδησε από το κρεβάτι και άνοιξε διάπλατα το παράθυρο. Αμέσως μπήκε στο δωμάτιο ένα κρύο ρεύμα αέρα και... ένα μεγάλο χάρτινο καραβάκι. Η Άννα ίσα που πρόλαβε να πιάσει ένα μάλλινο κασκόλ από την κρεμάστρα προτού ο μικρός τη σπρώξει μέσα στο καραβάκι το οποίο άρχισε να ανυψώνεται σιγά σιγά και να πλέει έξω από το παράθυρο σαν να ανέβαινε ένα ποτάμι προς τον ουρανό, κόντρα σε όλους τους φυσικούς νόμους. Πολύ ενθουσιασμένη και ελαφρώς τρομοκρατημένη η Άννα είδε την πολυκατοικία της να απομακρύνεται και να μικραίνει, να μικραίνει ώσπου δεν ξεχώριζε από τις άλλες μέσα στο σκοτάδι. Λίγο πριν ανέβουν πάνω από το νέφος απόλαυσε τα φώτα της Αθήνας που έμοιαζαν με αστέρια ριγμένα σε μια γούβα. Κι έπειτα... είδε τα αληθινά αστέρια να καλύπτουν το στερέωμα. Και γύρω της εκατομμύρια πράγματα, αχνά σαν από καπνό. Το καραβάκι έσκισε στα δύο ένα κουβάρι από εξισώσεις. Δεξιά κι αριστερά οι πιο απίθανες φιγούρες. Ληστές με ριγέ ρούχα και σάκους γεμάτους καραμέλες, τέρατα, δράκους, απλές ανθρώπινες μορφές να μιλάνε, τρελά κυνηγητά, φλόγες, φιλιά, τρένα... Ήταν τα όνειρα. Καταπάνω στο καράβι ερχόταν ένας αγριεμένος σκύλος πού ήταν διπλάσιος απ' το φυσικό μέγεθος. Μόλις τους προσπέρασε -αν όχι διαπέρασε-, ο Μορφέας αποφάνθηκε: "Αυτό μάλλον ήταν όνειρο γάτας" .
"Μορφέα είναι καταπληκτικά όλα αυτά... Μόνο που είναι κάπως στενά εδώ, φοβάμαι να μην πέσω".
"Για όνομα του Θεού, βρίσκεσαι στους Αιθέρες και παραπονιέσαι;! Κουκούτσι μυαλό δεν έχεις; Απλά σκέψου αυτό που θες να γίνει και θα γίνει!" Και όντως το... κατάστρωμα διευρύνθηκε και εμφανίστηκε μια άνετη πολυθρόνα.
"Μα πού πλέεουμε;" αναρωτήθηκε φωναχτά η κοπέλα.
"Στα δάκρυα των ονείρων. Οι άνθωποι κλαίνε πιο πολύ στον ύπνο τους παρά στον ξύπνιο τους. Και για να μην τρομάζουν λένε πως είναι για καλό!"
"Εσύ βλέπεις όνειρα Μορφέα;"
Το παιδί την κοίταξε με παραπονεμένο βλέμμα. "Όχι. Γι' αυτό περιδιαβαίνω ανάμεσα στα όνειρα των άλλων και τους τα αλλάζω καμιά φορά όπως μ' αρέσει. Με βοηθάνε και δυο φίλοι μου, ο Ego και ο Id. Δεν είναι δίκαιο όμως! Θέλω κι εγώ να βλέπω όνειρα!"
Η Άννα σώπασε συλλογισμένη. Προφανώς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.
"Τέλος πάντων. Όπου να 'ναι γυρνάμε και έχεις το δικαίωμα να κάνεις μια ευχή που να είναι στη δικαιοδοσία μου" είπε ο Μορφέας κι ακούστηκε σαν κουρασμένος υπάλληλος.
"Ευχομαι απόψε να δεις ένα μεγάλο, ωραίο όνειρο!", φώναξε χωρίς δισταγμό η Άννα.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε ευδιάθετη. Το ίδιο ήταν και όλοι όσοι συνάντησε εκείνη τη μέρα. Όλοι τους είχαν κάνει έναν ύπνο τρικούβερτο όπως ομολογούσαν. Στρώνοντας το κρεββάτι της το απόγευμα μετά από απαίτηση της γιαγιάς της, βρήκε μερικά πούπουλα. Άνοιξε το παράθυρο και τα παρέδοσε στον άνεμο.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Για δυο μαύρα μάτια στην Αλλεμάνια

"Μη, μην το πεις/ οι παλιοί μας φίλοι/ μην το πεις/ για πάντα φύγαν"  λέει ο Σαββόπουλος. Εκείνος κάτι πιο βαθύ είχε στο μυαλό του, μα πώς να μην σου έρθει αυτό το τραγούδι όταν οι παλιοί σου φίλοι φεύγουν;
Είμαστε μόλις δεκαοχτώ χρονών κι όμως σκορπάμε "σαν τα τρελά πουλιά". Να λυπηθείς είναι άδικο, γιατί -πρώτον- εκείνοι που φεύγουν δυσκολεύονται ακόμα περισσότερο και -δεύτερον- είναι πολύ καλό για αυτούς να πάνε σε χώρες όπου τα πανεπιστήμια λειτουργούν (για να πετάξω τη μπηχτή). Να χαρείς φυσικά είναι αφύσικο.
Γιατί γράφω αυτό το κείμενο; Γιατί χτες μια εκπληκτική κοπέλα, η πιο ευαίσθητη και η πιο γενναία που έχω γνωρίσει, έφυγε για μια χώρα βορεινή, να κυνηγήσει το μέλλον. Κι εγώ δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με τα συναισθήματά μου, δεν μπορώ να κλάψω, δεν μπορώ να προσδιορίσω πώς νιώθω· το γράψιμο είναι ένας τρόπος να εκτονωθώ (ή να γίνω χειρότερα). Θα δείξει.
Χτες που είχαμε πάει να την κατευοδώσουμε στο αεροδρόμιο συγγενείς και φίλοι, σκεφτόμουν πόσο μεγάλο ρόλο παίζει σε μια απόφαση όπως η μετανάστευση, το να έχεις άρρηκτους δεσμούς αγάπης με κάποιους ανθρώπους. Όχι, πώς δεν τα καταφέρνουν οι άνθρωποι που φεύγουν χωρίς τέτοια υποστήριξη, μα απλά σκέφτομαι πως είναι πολύ σημαντικό όταν υπάρχει. Πιστεύω πως δεν αισθάνεται κανείς μόνος όταν ξέρει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν τον/την βγάζουν απ' το μυαλό τους...

Τη μέρα που μας είπε πως φεύγει και τη μέρα που έφυγε έβαλε και είδα την Πολίτικη Κουζίνα. Την πρώτη φορά ασυνείδητα, ήταν η πρώτη ταινία που μου ήρθε. Τη δεύτερη συνειδητά, γιατί είναι μια ταινία που μιλάει για τα ταξίδια, τα εξωτερικά και τα εσωτερικά. Και για τους δεσμούς που ενώνουν τους ανθρώπους που βρίσκονται μακριά. Βλέποντας την ταινία ένιωσα τη συγκίνηση του αποχωρισμού, μα πήρα και μια δόση ρεαλισμού: Δεν μας συμβαίνει και καμιά τραγωδία. Δεν συγκρίνεται η δική μας εμπειρία με τους μετανάστες που έφευγαν το '60 και γύριζαν έπειτα από πενήντα χρόνια... Εμείς, δόξα τω Θεώ, μπορούμε να μιλάμε, ακόμα και να βλεπόμαστε κάθε μέρα!
Πιο πολύ απ' όλα στην ταινία μου "μίλησε" ο παππούς του Φάνη. Κι εγώ τα ίδια αφήνω ευχή.
 "Άμα φεύγεις από έναν τόπο, πρέπει να μιλάς για τον τόπο που πας, όχι για τον τόπο που άφησες."
 "Φάνη γιαβρί μου, εμένα διες. Όπου και να βρίσκεσαι να κοιτάζεις τα άστρα. Γιατί εκεί στον ουρανό υπάρχουν πράγματα που βλέπουμε και πράγματα που δε βλέπουμε. Εσύ να μιλάς για τα πράγματα που δε βλέπουμε. [..] Είναι όπως με το φαΐ. Σε μέλει εσένα αν δε βλέπεις το αλάτι όταν το φαΐ είναι νόστιμο; Δε σε μέλει! Εκεί όμως είναι η ουσία. Στο αλάτι."

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

«Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο» - άποψη

Δεν ξέρω αν έχει νόημα να γράψω κριτική σ' αυτό το -ίσως τελευταιο- βιβλίο της Άλκης Ζέη, το απολύτως αυτοβιογραφικό. Αν είστε από εμάς που τη θεωρούμε πνευματική μας γιαγιά, τότε αυτό το βιβλίο θα σας φέρει μεγάλη χαρά και συγκίνηση. Πολλά χαμόγελα -η κυρία Ζέη δεν έχει χάσει το χιούμορ της που το χρωστάει στον μπαμπά της-, τη χαρά του εξερευνητή που ανακαλύπτει τα βιογραφικά στοιχεία στα μυθιστορηματά της... και κάποια ζήλεια για την απίστευτη ζωή που έζησε (και φανταστείτε ότι το βιβλίο σταματάει στα είκοσί της χρόνια) !!!
Η φωνή της αφηγήτριας-συγγραφέα έχει την αγαπημένη και οικεία μας απόχρωση. Η Μέλια, η Σάσα, η Ελευθερία, ο Πέτρος δεν έχουν μεγαλώσει και μπορούν ακόμα να σκέφτονται ως παιδιά...
Δεν μπορούσα να του βάλω κάτι λιγότερο από πέντε αστεράκια και δεν μπορώ να φανταστώ με τίποτα πώς θα φαίνεται το "Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο" σε κάποιον που δεν μεγάλωσε με Άλκη Ζέη.

ΥΓ1: Ένα μεγάλο ευχαριστώ αξίζει και στην αδερφή της, τη Λενούλα, νυν Ελένη Κόκκου, στην οποία αφιερώνει το βιβλίο αφού εκείνη τη βοήθησε να θυμηθεί πολλά πράγματα.

ΥΓ2: Αν θέλετε να έχετε μια ακόμη πιο πλήρη εικόνα των μαθητικών της χρόνων μπορείτε να διαβάσετε το E.Π. της πολυαγαπημένης Ζωρζ Σαρή.


 [Αυτή η βιβλιοκριτική -και πιθανώς και άλλες που θα ακολουθήσουν- πρωτοδημοσιεύονται στο εκπληκτικό site κοινωνικής δικτύωσης βιβλιόφιλων goodreads ]

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Athens by day 0.1 (στην Εθνική Βιβλιοθήκη)

Τέταρτη εβδομάδα που είναι κλειστό το ΕΚΠΑ και τα νεύρα μου, όπως και πολλών φίλων μου, έχουν τεντώσει. 'Εχω φάει τα σίδερα, θέλω τουλάχιστον να γραφτώ σ' αυτήν την έρμη τη νομική, να μην είμαι ξεκρέμαστη. Αισθάνομαι όπως περίπου πρέπει να αισθάνονται οι άνεργοι. Ένα άχρηστο, παράταιρο κομμάτι της κοινωνίας. Τέλος πάντων. Για να καταπολεμήσω αυτήν την αίσθηση αεργίας εκτός από το να παριστάνω τη νοικοκυρά στο σπίτι, να διαβάζω και να σερφάρω στο ίντερνετ (εναλλάξ) μέχρι να βαρεθώ, έχω υιοθετήσει την πολύ ωραία λύση να κάνω βόλτες το πρωί στο κέντρο μόνη ή με παρέα. Και η κάθε βόλτα δε με έχει απογοητεύσει μέχρι στιγμής.

Σήμερα γράφτηκα στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Δεν πίστευα ότι θα κατάφερνα να ανέβω όλη εκείνη τη μεγαλόπρεπη σκάλα, αλλά πήρα θάρρος από κάτι τουρίστες που είδα να στέκονται ψηλά, στην είσοδο. Με το που έσπρωξα την βαριά πόρτα εκστασιάστηκα. Η εσωτερική όψη της μου θύμισε λίγο Hogwarts. Ο χώρος μυρίζει ξύλο και παλιά βιβλία -λογικό βέβαια αφού το ξύλο κατά κάποιον τρόπο είναι ένα πολύ παλιό βιβλίο. Όλοι μιλάνε ήρεμα και τα οι μοκέτες απορροφούν κάθε θόρυβο.
Το αναγνωστήριο είναι σχετικά μικρό και συνεπώς είναι συγκλονιστικό το ότι όλο το υπόλοιπο τεράστιο αυτό κτίριο είναι γεμάτο ως τα μπούνια με βιβλία.
Έπεσα στη μέρα που κράσαρε το ηλεκτρονικό σύστημα ανεύρεσης τίτλων και ευτυχώς που τα Άπαντα του Καρούζου που ζητούσα είναι τόσο παλιά ώστε μπόρεσα να τα βρω με "αναλογική" αναζήτηση του ονόματος του ποιητή στα αρχειοθετικά συρταράκια. Μικρές καθημερινές στιγμές που καταδεικνύουν το πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η απόλυτη εξάρτησή μας από τους υπολογιστές.

Σημείωσα διάφορους στίχους ή και ολόκληρα ποιήματα που μου άρεσαν, ένα εκ των οποίων ταιριάζει και με τον καιρό.

Η βροχή μεγάλη με νερά πολλά
κλείνει την πραγματικότητα
για νά ’μπει καθένας μέσ’ στα παραμύθια
πέρ’ απ’ την οργή του κεραυνού
μονάχος.

 

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Η συναυλία του καλοκαιριου... που έγινε φθινόπωρο

Την Κυριακή ήταν η συναυλία του Γιάννη Αγγελάκα στο Θεάτρο Βράχων - Μελίνα Μερκούρη.
Γενικά ήταν μια πολύ ωραία συναυλία, με τραγούδια πιο πρόσφατα (από τη Γελαστή Ανηφόρα), αλλά -εννοείται- και τα κλασικά (Σιγά μην κλάψω, Γιορτή, Δρόμος και άλλα). Θα θέλαμε ίσως λίγα ακόμα, μα από τη μια η ώρα ήταν δώδεκα και πολύς κόσμος έμενε μακριά και την επόμενη είχε δουλειές, σχολεία (εκτός από την αδερφή μου είδαμε και μερικά άλλα σχολιαρόπαιδα). Κι από την άλλη, εδώ που τα λέμε ήταν και το κοινό λιγάκι χλιαρό (δηλαδή όχι αρκετά πωρωμένο) και δεν ζήτησε δεύτερο ανκόρ... Εγώ, η αδερφή μου και η Πολυτίμη, ίσως επειδή δεν τον είχαμε ξαναδεί από κοντά πωρωθήκαμε τρελά. Ο άνθρωπος τα έδωσε όλα όπως επίσης και οι μουσικοί του, ο περίφημος Τίτος... Τα φωτορυθμικά ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα...
Μας άρεσε που όταν άρχισαν κάποιοι να φωνάζουν τα κλασικά "Φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες", εκείνος είπε πως δεν του αρέσουν τέτοια συνθήματα και πως ο φασισμός αντιμετωπίζεται μόνο με την ψύχραιμη σκέψη. Υπέρτατος!

Η συναυλία εννοείται αφιερώθηκε στον Παύλο Φύσσα χωρίς πολλά λόγια...